Ελληνικά Πορτογαλικά μάθημα 103 Μάθημα λεξιλόγιου

Πορτογαλικά :: μάθημα 103. Απασχόληση: Χρήση του Διαδικτύου

loading

λεξιλόγιο :: Πορτογαλικά Ελληνικά

Internet (a)
Διαδίκτυο
Link (o)
Σύνδεσμος
Hyperlink (o)
Υπερ-σύνδεσμος
Provedor de serviços de internet (o)
Φορέας παροχής υπηρεσιών διαδικτύου
Rede (a)
Δίκτυο
Site (o)
Ιστότοπος
Página da internet (a)
Ιστοσελίδα
Endereço da internet (o)
Διεύθυνση ιστοσελίδας (URL)
Site seguro (o)
Ασφαλή ιστοσελίδα
Navegador (o)
Πρόγραμμα περιήγησης
Mecanismo de busca (o)
Μηχανή αναζήτησης
Servidor seguro (o)
Ασφαλής διακομιστής