Ελληνικά Γερμανικά μάθημ Μάθημα λεξιλόγιου

Γερμανικά :: μάθημα 103. Απασχόληση: Χρήση του Διαδικτύου

loading

λεξιλόγιο :: Γερμανικά Ελληνικά

Internet (das)
Διαδίκτυο
Link (der)
Σύνδεσμος
Hyperlink (der)
Υπερ-σύνδεσμος
Internetdienstanbieter (der)
Φορέας παροχής υπηρεσιών διαδικτύου
Netzwerk (das)
Δίκτυο
Website (die)
Ιστότοπος
Webseite (die)
Ιστοσελίδα
Webadresse (URL) (die)
Διεύθυνση ιστοσελίδας (URL)
Sichere Website
Ασφαλή ιστοσελίδα
Browser (der)
Πρόγραμμα περιήγησης
Suchmaschine (die)
Μηχανή αναζήτησης
Sicherer Server (der)
Ασφαλής διακομιστής