Ελληνικά Ρωσικά μάθημα 103 Μάθημα λεξιλόγιου

Ρωσικά :: μάθημα 103. Απασχόληση: Χρήση του Διαδικτύου

loading

λεξιλόγιο :: Ρωσικά Ελληνικά

Интернет
Διαδίκτυο
Ссылка
Σύνδεσμος
Гиперссылка
Υπερ-σύνδεσμος
Интернет-провайдер
Φορέας παροχής υπηρεσιών διαδικτύου
Сеть
Δίκτυο
Веб-сайт
Ιστότοπος
Веб-страница
Ιστοσελίδα
Адрес веб-страницы (URL)
Διεύθυνση ιστοσελίδας (URL)
Безопасный веб-сайт
Ασφαλή ιστοσελίδα
Браузер
Πρόγραμμα περιήγησης
Поисковая машина
Μηχανή αναζήτησης
Безопасный сервер
Ασφαλής διακομιστής